Calendar: Τα ψιλά κλαδιά θρυμματίζονται με τον καταστροφέα και τα χοντρά αποθηκεύονται για το τζάκι.

Η ελιά στην Ανατολική Μάνη — προσωπική ιστορία

Η ελιά στην Ανατολική Μάνη — προσωπική ιστορία

Δημήτρης Καλαποθαράκος

Ελαιοπαραγωγός - ιδιοκτήτης


Μεγάλωσα ακούγοντας ότι η ελιά στη Μάνη δεν είναι «καλλιέργεια», είναι συνήθεια αιώνων. Οι παλιοί έλεγαν πως από τα αρχαία λακωνικά χρόνια ο τόπος μάζευε λάδι, άλλοτε για φαΐ, άλλοτε για φως, άλλοτε για εμπόριο. Στα παλιά χαλάσματα βρίσκεις πέτρες που μοιάζουν με λεκάνες και πατητήρια· οι παππούδες μας τα έλεγαν «παλιό ελαιοτριβείο», σημάδι ότι ο λόφος είχε ιστορία πριν από εμάς. Στα βυζαντινά χρόνια η ελιά κρατήθηκε σαν σταθερό αγαθό. Οι άνθρωποι ζούσαν σπαρτά, λίγα ζώα, λίγο αμπέλι, αλλά το λάδι έμενε: έμπαινε στο ψωμί, στη συντήρηση, στο καντήλι. Οι εκκλησιές και τα μοναστήρια κρατούσαν συχνά «μερίδια» σε ελιές και χωράφια, και οι οικογένειες θυμούνταν ποιο δέντρο «ανήκει σε ποιον» από γενιά σε γενιά—με ονόματα, με σύνορα που τα έδειχνες με το χέρι.

Οι ξερολιθιές που καμαρώνουμε σήμερα δεν χτίστηκαν σε μια γενιά. Ο παππούς έλεγε πως «κάθε σκάλα έχει ιδρώτα από τρεις ζωές». Οι πέτρες κουβαλιούνταν λίγο λίγο, με ζώα και ανθρώπους, για να στηριχτεί το χώμα και να φυτευτούν ελιές εκεί που αλλιώς δεν θα γινόταν τίποτα. Έτσι απλώθηκαν οι πλαγιές με τις «φωλιές» ελιάς—μια αρχιτεκτονική του τοπίου που έμεινε σχεδόν ίδια ως σήμερα.

Στους μεταβυζαντινούς και νεότερους καιρούς άλλαξαν πολλά, αλλά το λάδι έμεινε ραχοκοκκαλιά. Άλλοι θα μιλήσουν για συμπλοκές και θαλασσινά ταξίδια· εγώ κρατάω ότι το λάδι έδινε εισόδημα και ασφάλεια. Τα σπίτια-πύργοι φύλαγαν και ανθρώπους και τρόφιμα· τα υπόγεια μύριζαν λάδι και βότανα. Τα καραβάνια κατέβαιναν στα γιαλότοπα, στο Γύθειο, να φορτώσουν κιούπια και τενεκέδες. Λάδι και σαπούνι πήγαιναν παρέα, κι ο τόπος έμαθε να μετρά την παραγωγή με χρονιές: «η χρονιά του χιονιού», «η χρονιά του ανέμου», «η χρονιά που χτύπησε ο δάκος».

Τον 19ο και τον 20ό αιώνα μπήκαν τα μηχανικά ελαιοτριβεία, άλλαξε ο ρυθμός, αλλά όχι ο πυρήνας. Πολλοί έφυγαν για την πόλη ή το εξωτερικό, χωράφια αφέθηκαν για λίγο, μα οι ελιές στάθηκαν. Όταν ρωτούσα τον πατέρα μου γιατί κράτησαν την Κορωνέικη, μου απαντούσε απλά: «Γιατί αντέχει και δίνει καλό λάδι». Είναι ποικιλία που τα πάει καλά στον τόπο μας—λίγο χώμα, πολλή πέτρα, αέρας και ήλιος—και, μπολιασμένη στην αγριελιά, στέκεται μια ζωή. Οι παλιές αφηγήσεις για το κλίμα μας έχουν κι αυτές ρίζες: το νυχτερινό ομίχλωμα που εμείς λέμε «Λευκή Λίμνη» το θυμούνται όλοι, από τους προπάππους μέχρι εμάς, σαν εκείνη τη δροσιά που γλιτώνει τα δέντρα στις πιο άνυδρες μέρες.

Στην οικογένειά μου οι ιστορίες περνούσαν μαζί με τις δουλειές. Ο παππούς μού έδειχνε πώς να «πιάσω» μπόλι στην αγριελιά και έλεγε ονόματα τοπωνυμιών που υπάρχουν από παλιά: πλαγιές, ρέματα, μάντρες, πεζούλες. Οι θείοι μιλούσαν για χρονιές που γέμισαν οι «σκάλες» καρπό και για χρονιές που το δέντρο «ξεκουράστηκε». Ο πατέρας κρατούσε σημειώσεις: πότε φυσούσε νοτιάς, πότε έπιασε παγωνιά, πότε κατέβηκε νωρίς η πάχνη. Όταν κάθισα κι εγώ να διαβάσω, είδα ότι αυτά που λέγονταν στο τραπέζι ταιριάζουν με ό,τι γράφουν τα βιβλία: η Μάνη κρατά ελιά από παλιά, έχτισε τοπίο γύρω της και με το λάδι της έζησε φτωχά αλλά σταθερά.

Δεν γράφω για να διαφημίσω· γράφω για να πω ότι η ελιά εδώ πέρασε από γενιές όπως περνά το επώνυμο. Από την αρχαιότητα και τα βυζαντινά χρόνια, από τις πέτρες που σηκώθηκαν σε σκάλες, από τα πρώτα μηχανικά λιοτρίβια μέχρι σήμερα, το νήμα δεν κόπηκε. Εμείς απλώς το συνεχίζουμε: σε πλαγιές με ξερολιθιά, σε χώμα ζωντανό, κάτω από έναν ουρανό που τη νύχτα αφήνει μια δροσιά να σταθεί χαμηλά. Αυτή είναι η δική μου ανάγνωση της ιστορίας της ελιάς στην Ανατολική Μάνη—όπως την άκουσα από τους δικούς μου και όπως την βλέπω να ανασαίνει ακόμη γύρω μου.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ


Σχόλιο