Όταν βλέπω τα αραποσύκα στο κτήμα, θυμάμαι αμέσως τη Σύρο. Εκεί τα πρωτογνώρισα, να φυτρώνουν στις άκρες των χωραφιών. Το ίδιο και εδώ: στις άκρες του ελαιώνα, ανάμεσα σε πέτρες και ξερολιθιές, γεμάτα καρπούς που αλλάζουν χρώμα από πράσινο σε κίτρινο, πορτοκαλί ή κοκκινωπό. Είναι από αυτά τα φυτά που δεν τα φυτεύει κανείς «επίσημα», αλλά είναι πάντα εκεί – σαν να δηλώνουν ότι το χωράφι τελειώνει κάπου εδώ.
Μου αρέσει που ωριμάζουν σιγά σιγά, σχεδόν αθόρυβα. Μια μέρα τα προσπερνάς βιαστικά και είναι ακόμη άγουρα· λίγες μέρες μετά, γυρίζεις από τις ελιές και τα βλέπεις ξαφνικά ώριμα, έτοιμα να κοπούν. Συνήθως παίρνουμε λίγα–λίγα, ποτέ όλα: όσα θα φάμε το ίδιο απόγευμα, κι αφήνουμε μερικά για τα αγριογούρουνα και για την επόμενη βόλτα. Το καθάρισμά τους γίνεται μικρή τελετουργία – λεκάνη, μαχαίρι, προσοχή – και στο τέλος ένα πιάτο γεμάτο χρώματα.
Είναι όμως ένα φρούτο που θέλει πολλή προσοχή. Η φλούδα και τα «φύλλα» του είναι γεμάτα πολύ μικρά αγκαθάκια που δεν φαίνονται εύκολα, αλλά τα νιώθεις αμέσως στο δέρμα. Γι’ αυτό τα κόβουμε πάντα με γάντια ή με τσιμπίδες και τα καθαρίζουμε προσεκτικά, για να μείνει μόνο η γλυκιά, ζουμερή σάρκα τους. Όταν τα βάλεις για λίγο στο ψυγείο και τα φας κρύα, είναι πραγματική λιχουδιά.
Και αν, παρ’ όλα αυτά, σε τσιμπήσει κάποιο αγκαθάκι, υπάρχει ένα απλό κόλπο που δουλεύει: καθαρίζεις το σημείο με βαμβάκι βουτηγμένο σε ελαιόλαδο. Το λάδι μαλακώνει το δέρμα και βοηθάει να φύγουν. Στο τέλος, αυτό που θυμάσαι δεν είναι το τσίμπημα, αλλά η γεύση – κι αυτό είναι που αξίζει.