Στην Ανατολική Μάνη—ιδίως στην κοιλάδα του Κότραφου και την ευρύτερη περιοχή του Βαχού—αργά το απόγευμα η θαλάσσια αύρα μεταφέρει προς την ενδοχώρα υγρές, δροσερές αέριες μάζες. Καθώς ο υγρός αέρας ανηφορίζει τις πλαγιές και συναντά σκιασμένες, ήδη ψυχρότερες επιφάνειες (νυκτερινή ακτινοβολική ψύξη του εδάφους), η θερμοκρασία του πέφτει μέχρι το σημείο δρόσου και οι υδρατμοί συμπυκνώνονται σε λεπτό νέφος/ομίχλη χαμηλής βάσης. Η τοπογραφία των στενών χαραδρών λειτουργεί σαν «λεκάνη» που κρατά την ομίχλη—γι’ αυτό και φαίνεται σαν «Λευκή Λίμνη» να ακουμπά στις μανιάτικες πλαγιές. Με το πρώτο φως, ο ήλιος θερμαίνει τα ανώτερα στρώματα, το νέφος διαλύεται και η «λίμνη» χάνεται.
Για τα ελαιόδεντρα της περιοχής, το φαινόμενο δρα τριπλά: διαβρέχει το φύλλωμα με λεπτές σταγόνες που εν μέρει στάζουν στο έδαφος· κρατά για ώρες τη σχετική υγρασία ψηλά, μειώνοντας τη διαπνοή και το υδατικό στρες της επόμενης ημέρας· και επιτρέπει στις σταγόνες να συμπυκνωθούν πάνω στα φύλλα και να κυλήσουν προς τον λαιμό του δέντρου, εμπλουτίζοντας το ανώτερο έδαφος. Το καθαρό «ισοδύναμο νερού» κάθε νύχτα είναι μικρό, όμως η συχνότητα της «Λευκής Λίμνης» στον Κότραφο και τα γύρω ρέματα του Βαχού κάνει ουσιαστική διαφορά στη συνολική υδατική ισορροπία ενός ξερικού ελαιώνα.
Με δυο λόγια: πρόκειται για φυσική νυχτερινή θαλάσσια ομίχλη της Ανατολικής Μάνης, που παγιδεύεται από τη μορφολογία Κότραφου–Βαχού και λειτουργεί σαν ήπιο, επαναλαμβανόμενο «πότισμα»—λίγο σε ποσότητα, πολύ σε αξία για τη δροσιά του φυλλώματος και τη μείωση του στρες σε Κορωνέικες μπολιασμένες σε αγριελιά.